TheaterMindGr
Κάθε Τρίτη με τον Μόρι

Ενήλικο κοινό

Κάθε Τρίτη με τον Μόρι

Θέατρο Ιλίσια11 Οκτωβρίου 2026

«Μια υπέροχη, γλυκόπικρη παράσταση, γεμάτη τρυφερότητα, χιούμορ & βαθιά συγκίνηση, που υπενθυμίζει πόση σημασία έχουν οι άνθρωποι που συναντάμε στη διαδρομή μας.»

Insight

Τελικά, τι είναι αυτό που μένει από έναν άνθρωπο όταν εκείνος φεύγει από τη ζωή; Οι στιγμές που μοιραστήκαμε μαζί του, οι κουβέντες που ανταλλάξαμε, οι αγκαλιές που δώσαμε ή εκείνες που δεν προλάβαμε;

Το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι», των Mitch Albom & Jeffrey Hatcher, επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Ιλίσια, με τον Γ. Βαλτινό & τον Γ. Σαρακατσάνη να ζωντανεύουν μια αληθινή ιστορία που μιλά για τον θάνατο, αλλά έχει στο επίκεντρό της τη ζωή. Μια υπέροχη, γλυκόπικρη παράσταση, γεμάτη τρυφερότητα, χιούμορ & βαθιά συγκίνηση, που υπενθυμίζει πόση σημασία έχουν οι άνθρωποι που συναντάμε στη διαδρομή μας.

Η υπόθεση

Ο Μιτς Άλμπομ, ένας επιτυχημένος αθλητικογράφος, μαθαίνει ότι ο Μόρι Σουόρτς, ο αγαπημένος του καθηγητής Κοινωνιολογίας από τα φοιτητικά του χρόνια, πάσχει από ALS, μια σοβαρή νευροεκφυλιστική ασθένεια. Έπειτα από δεκαέξι χρόνια χωρίς επικοινωνία, αποφασίζει να τον επισκεφθεί, χωρίς να φαντάζεται πόσο θα αλλάξει τη ζωή του αυτή η συνάντηση.

Η επίσκεψη γίνεται η αρχή μιας σειράς συναντήσεων, κάθε Τρίτη, στο σπίτι του Μόρι. Μέσα από συζητήσεις, χιούμορ & συγκινητικές εξομολογήσεις, ο καθηγητής παραδίδει στον παλιό του μαθητή τα σημαντικότερα μαθήματα της ζωής του, αυτή τη φορά έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες.

Ο TheaterMindGr είδε & προτείνει

Υπάρχουν παραστάσεις που σε συγκινούν μέσα από μια δραματική κορύφωση & άλλες που σε πλησιάζουν αθόρυβα, μέσα από μια κουβέντα, ένα χαμόγελο ή μια φαινομενικά ασήμαντη στιγμή. Το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, καθώς η δύναμή του βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ένα τόσο δύσκολο θέμα, χωρίς να εγκλωβίζεται στη θλίψη.

Η ασθένεια του Μόρι είναι διαρκώς παρούσα, όμως δεν καθορίζει αποκλειστικά την ιστορία του. Όσο το σώμα του εξασθενεί, τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η επιθυμία του να επικοινωνήσει, να γελάσει, να αγαπήσει & να μοιραστεί όσα θεωρεί σημαντικά.

Το χιούμορ εμφανίζεται στις πιο απροσδόκητες στιγμές, χωρίς να μειώνει τη σοβαρότητα όσων συμβαίνουν, ενώ η εναλλαγή ανάμεσα στο χαμόγελο & στη συγκίνηση δίνει στην παράσταση τον ξεχωριστό της χαρακτήρα. Παράλληλα, η σχέση των δύο ανδρών εξελίσσεται με τρόπο φυσικό. Ο Μιτς επιστρέφει πιστεύοντας ότι πηγαίνει να σταθεί δίπλα σε έναν άνθρωπο που τον χρειάζεται, όμως σταδιακά γίνεται φανερό ότι εκείνος έχει εξίσου μεγάλη ανάγκη από αυτές τις συναντήσεις. Έτσι, μια ιστορία για το τέλος της ζωής μετατρέπεται σε μια ουσιαστική υπενθύμιση για το πώς αξίζει να τη ζούμε.

Highlight

Δύο στιγμές της παράστασης ξεχωρίζουν ιδιαίτερα, γιατί αποτυπώνουν με απλότητα όσα προσπαθεί να μεταδώσει ο Μόρι στον μαθητή του. Η πρώτη είναι η συμβουλή του να επιλέγουμε την αγκαλιά όταν βρισκόμαστε ανάμεσα σε αυτήν & σε κάτι άλλο. Μια φράση τόσο απλή, που σχεδόν μοιάζει αυτονόητη. Κι όμως, πόσες φορές στην καθημερινότητά μας επιλέγουμε οτιδήποτε άλλο; Τη δουλειά, τις υποχρεώσεις, τον εγωισμό, την αναβολή μιας συνάντησης ή μιας έκφρασης αγάπης. Ο Μόρι δεν μιλά για κάποια σπουδαία πράξη, αλλά για την ανθρώπινη επαφή, για κάτι που μπορούμε να προσφέρουμε χωρίς να χρειάζεται τίποτα περισσότερο από την παρουσία μας. Η δεύτερη στιγμή έρχεται στο φινάλε, όταν ο Μιτς επιστρέφει στο νεκροταφείο, εκεί όπου είχε ξεκινήσει η παράσταση, & η ιστορία αποκτά πλέον διαφορετικό βάρος. Μέσα από τα λόγια του αναδεικνύεται η επιθυμία του Μόρι να δημιουργήσει αναμνήσεις με τους ανθρώπους που αγαπούσε, να αφήσει πίσω του στιγμές στις οποίες θα μπορούσαν να επιστρέφουν, ακόμη κι όταν εκείνος δεν θα βρισκόταν πια κοντά τους. Γιατί η απουσία ενός ανθρώπου δεν ακυρώνει όσα ζήσαμε μαζί του. Οι αναμνήσεις γίνονται ένας διαφορετικός τρόπος παρουσίας του στη ζωή μας. Η αγκαλιά & η ανάμνηση συνδέονται τελικά με έναν ιδιαίτερα ουσιαστικό τρόπο: όσα επιλέγουμε να ζήσουμε σήμερα είναι εκείνα που θα κρατήσουμε αύριο.

Σκηνοθετική ματιά & σκηνική όψη

Η σκηνοθεσία του Γ. Βαλτινού αφήνει την ιστορία & τους δύο χαρακτήρες στο επίκεντρο, χωρίς περιττές παρεμβάσεις. Η παράσταση ξεκινά στο νεκροταφείο, με τον Μιτς να επισκέπτεται τον τάφο του καθηγητή του, & από εκεί η αφήγηση επιστρέφει στο παρελθόν, για να παρακολουθήσουμε πώς οι δύο άνδρες ξανασυναντήθηκαν & τι μοιράστηκαν στις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του Μόρι. Το σκηνικό του Γ. Μουρίκη δημιουργεί το οικείο περιβάλλον του σπιτιού του καθηγητή, όπου πραγματοποιούνται οι εβδομαδιαίες συναντήσεις, επιτρέποντας στους ηθοποιούς να αναπτύξουν τη σχέση τους χωρίς περιττούς περισπασμούς. Οι φωτισμοί της Μ. Μάσχα υποστηρίζουν διακριτικά τις μεταβολές της ατμόσφαιρας, ενώ η επιστροφή στο νεκροταφείο ολοκληρώνει έναν αφηγηματικό κύκλο. Βρισκόμαστε ξανά στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε, έχοντας πλέον γνωρίσει τον άνθρωπο πίσω από το όνομα της ταφόπλακας.

Οι ερμηνείες

Ο Γ. Βαλτινός παραδίδει μια πραγματικά συγκλονιστική ερμηνεία, ενσαρκώνοντας έναν άνθρωπο που γνωρίζει ότι ο χρόνος του τελειώνει, αλλά αρνείται να αφήσει αυτή τη γνώση να του στερήσει την αγάπη για τη ζωή. Αποδίδει με εντυπωσιακή ευαισθησία τις διαφορετικές πλευρές του Μόρι: τη ζεστασιά ενός καθηγητή που εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για τον μαθητή του, το χιούμορ με το οποίο αντιμετωπίζει ακόμη και τις πιο δύσκολες καταστάσεις, αλλά & τη σταδιακή σωματική του εξασθένηση. Η συγκίνηση δεν προκύπτει από κάποια επιτηδευμένη δραματικότητα, αλλά από τον τρόπο που μιλά, τις αντιδράσεις του, τις μικρές μεταβολές της έκφρασης & της κίνησής του. Καθώς η ασθένεια προχωρά, η ερμηνεία του αποκτά ολοένα μεγαλύτερη ένταση, χωρίς όμως ο Μόρι να χάνει την προσωπικότητά του. Παραμένει ένας άνθρωπος με χιούμορ, τρυφερότητα & βαθιά ανάγκη για επικοινωνία, ακόμη & στις πιο δύσκολες στιγμές. Εξαιρετικά καλός είναι & ο Γ. Σαρακατσάνης στον ρόλο του Μιτς, αποδίδοντας πειστικά τη σταδιακή μεταβολή ενός ανθρώπου απορροφημένου από την επαγγελματική του καθημερινότητα, ο οποίος αρχίζει να επανεξετάζει τις προτεραιότητές του μέσα από τις συναντήσεις με τον καθηγητή του. Χωρίς να χάνει τη φυσικότητά του, παρουσιάζει έναν χαρακτήρα που μαθαίνει ξανά να ακούει ουσιαστικά, να εκφράζεται & να επιτρέπει στον εαυτό του να γίνει περισσότερο ευάλωτος. Εκείνο όμως που ξεχωρίζει περισσότερο είναι η υπέροχη χημεία των δύο ηθοποιών, που ταιριάζουν απόλυτα σκηνικά. Οι διάλογοί τους έχουν ζωντάνια, οι χιουμοριστικές στιγμές λειτουργούν αβίαστα & η μεταξύ τους οικειότητα γίνεται ολοένα πιο αισθητή. Έτσι, η σχέση καθηγητή & μαθητή αποκτά την αλήθεια μιας βαθιάς ανθρώπινης σύνδεσης, που σταδιακά ξεπερνά τα όρια αυτών των δύο ρόλων.

Μουσική & φωτισμοί

Η μουσική του Georges Katris συνοδεύει όμορφα τη συναισθηματική διαδρομή της παράστασης, χωρίς να επιδιώκει να επιβάλει τη συγκίνηση. Ιδιαίτερα ξεχωρίζει η στιγμή με το τραγούδι της γυναίκας του Μιτς, που προσθέτει μια διαφορετική, τρυφερή νότα στην αφήγηση. Το πιάνο επί σκηνής, στο οποίο παίζει ο Μιτς, συνδέεται με την πλευρά του χαρακτήρα που κάποτε ονειρευόταν μια διαφορετική ζωή, πριν οι επαγγελματικές επιλογές & οι υποχρεώσεις αλλάξουν την πορεία του. Η μουσική αποκτά έτσι θέση μέσα στην ίδια την ιστορία των χαρακτήρων.

Συμπέρασμα

Το «Κάθε Τρίτη με τον Μόρι» είναι μια υπέροχη παράσταση που καταφέρνει να συγκινήσει χωρίς να χάνει τη ζεστασιά & το χιούμορ της. Με έναν συγκλονιστικό Γ. Βαλτινό, έναν εξαιρετικό Γ. Σαρακατσάνη & μια ιστορία που βρίσκει την ουσία της στις πιο απλές ανθρώπινες στιγμές, προσφέρει μια θεατρική εμπειρία που αξίζει πραγματικά να παρακολουθήσει κανείς. Και ίσως αυτό που μένει περισσότερο μετά την αυλαία να μην είναι η σκέψη του θανάτου, αλλά η ανάγκη να ζήσουμε πιο ουσιαστικά όσο έχουμε την ευκαιρία. Να αφιερώσουμε χρόνο, να εκφράσουμε όσα αισθανόμαστε, να δημιουργήσουμε αναμνήσεις & να μη θεωρούμε ποτέ δεδομένες τις αγκαλιές που μπορούμε ακόμη να δώσουμε. Ο TheaterMindGr προτείνει ανεπιφύλακτα την παράσταση.

ΜοιραστείτεFacebookXWhatsApp

Διαβάστε επίσης